Αγρίνιο


«Κάθε τόπος, αστικός ή αγροτικός εγγράφεται στο χρόνο και περικλείει ιστορία. Η ιστορία αυτή έχει αφήσει τα ίχνη της στο χώρο, στα αρχεία του τόπου, στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων, στο ίδιο το τοπίο, στα κτήρια και στα κτίσματα, στους δρόμους και στα χωράφια, στα ποτάμια και στα λιμάνια, στο σύνολο των όψεων του τόπου και της κοινωνίας του. Τα πάντα μπορούν αν ερωτηθούν κατάλληλα, να αποκριθούν, να απαντήσουν για το παρελθόν του τόπου, το κοντινό ή μακρινό».

Και η πόλη του Αγρινίου έχει εγγράψει πάνω της τα ίχνη της ιστορίας της. Η προ -εθνική ονομασία της ήταν «Βραχώρι» (Imbrahoar) , τοπωνυμία που μας είναι γνωστή από το 16ο αιώνα. Οι πηγές κάνουν λόγο για μια μικρή πόλη της τουρκοκρατίας που ωστόσο έγινε πρωτεύουσα “του σαντζακίου” του Kάρλελι μεταξύ του 1684 – 1699 και στη συνέχεια αναδείχθηκε σε στρατηγικό κόμβο της Δυτικής Στερεάς και σε σημαντικό τουρκικό διοικητικό κέντρο. Ως το 1730 ο πληθυσμός της πόλης ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος του τουρκικός , λίγος εβραϊκός ενώ στη συνέχεια, εξ αιτίας των αλλαγών του συστήματος γαιοκτησίας, συγκεντρώθηκε ένα σημαντικό ποσοστό ελληνικού πληθυσμού. Η ιστορική διαδρομή της πόλης του Βραχωριού δείχνει ότι διαδραμάτιζε ένα σημαντικό ρόλο στις κοινωνικοπολιτικές και οικονομικές εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής η οποία ήταν πεδίο δράσης μεγαλοκαπεταναίων και επαναστατημένων δυνάμεων. Η πόλη εντάχθηκε οριστικά στα σύνορα του ελεύθερου ελληνικού κράτους το 1832. Στα νέα πλαίσια αρχίζει να αναπτύσσει το νεοελληνικό της πρόσωπο που σηματοδοτείται με νέα επίσης ( αρχαίας ωστόσο καταγωγής ) ονομασία : «Τέλος, με το Βασιλικό Διάταγμα της 20 Ιουνίου (2 Ιουλίου 1836) το Βραχώρι μετονομάστηκε σε Αγρίνιο . Το παλιό Βραχώρι, το Τουρκοβράχωρο, είχε κλείσει τον κύκλο της ζωής του. Η νέα πόλη έπαιρνε το όνομα αρχαίου προγόνου, το ξεχασμένο τόσους αιώνες». Η «παράδοση» της ίδρυσής της από τον αρχαίο πρόγονο Άγριο, τον Βασιλιά  που ήταν απόγονος του γενάρχη Αιτωλού και του γιου του Πλευρώνα , αυθεντική, επινοημένη ή επιλεκτική, έγινε πεδίο δράσης για τη συγκρότηση της νέας, κοινής και αναγνωρίσιμης από όλους , τοπικής ταυτότητας και κουλτούρας. Παραμέρισε τη ζωντανή μνήμη, σκέπασε τις αντιθέσεις του ετερόκλητου πληθυσμού της νέας πόλης και έγινε κοινός τόπος αναφοράς και συλλογικής δράσης για όλους τους απογόνους.

Η νεοαναπτυσσόμενη τοπική κοινωνία εγγράφει ωστόσο την ιστορία της κάτω από τις πιέσεις της ενσωμάτωσης σε μια εθνική κοινωνία και οικονομία και την εγγενή δυναμική που αναπτύσσουν οι διαφορετικοί κάτοικοί της: οι πρόσφυγες Ηπειρο-σουλιώτες, οι χωρικοί από την ενδοχώρα και άλλοι κάτοικοι της Στερεάς Eλλάδας, οι παλιοί, επαναπατρισθέντες κάτοικοι, οι πρώην πλούσιες αρματολικές οικογένειες και οικογένειες αγωνιστών και μεγαλοκαπεταναίων κ.λπ που αναζητούν σ ‘ αυτόν τον τόπο με τον πλούσιο κάμπο τον κατάλληλο για την εγκατάστασή τους και την ανάπτυξή τους τόπο. Η συρρίκνωση άλλωστε της προγενέστερης τοπικής – πολυεθνοτικής και πολυπολιτισμικής – κουλτούρας και παράδοσης – που χάθηκε μαζί με την απελευθέρωση της πόλης- διευκόλυνε τις εντάξεις και την ανάπτυξη μιας κοινής τοπικής ταυτότητας και παράδοσης. Προσέχουμε όμως ότι η λαϊκή μνήμη συντήρησε έναν κόσμο ηθών και εθίμων και εικόνες μιας διαρκούς και μόνιμης συμβολικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στους αυτόχθονες και ετερόχθονους κατοίκους της πόλης και κυρίως ανάμεσα στους φορείς της τοπικής κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας και την υπόλοιπη κοινωνία. Τα έθιμα π.χ του πετροπόλεμου ή των χαλκουνιών που λάμβαναν χώρα κατά την περιφορά των επιταφίων των ενοριών της πόλης, υποδήλωναν σαφώς σχέσεις αλληλοεξάρτησης στο εσωτερικό κάθε κοινωνικής ομάδας αλλά και τις βαθύτατα ανταγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα στις ετερογενείς κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά ομάδες. Tο ζήτημα διανομής της εθνικής γης και η αποκατάσταση των ακτημόνων αποτέλεσε κι εδώ το τεράστιο θέμα κοινωνικής διαμάχης άλλοτε ανάμεσα στους Σουλιώτες και στους αυτόχθονες Aιτωλοακαρνάνες και άλλοτε ανάμεσα στους γενικά ακτήμονες και στη νέα τάξη των γαιοκτημόνων που επιδίωκαν τον αποκλειστικό έλεγχο της γης . Σε γενικές γραμμές η πόλη στήριζε την ύπαρξή της σε μια περιορισμένη αγροτική παραγωγή, σ΄έναν ετερογενή κοινωνικά και πολιτισμικά πληθυσμό και στην έντονη εξάρτηση της από την κεντρική εξουσία.

Στη συνέχεια η οικονομική της και η κοινωνική της πρόοδο στηρίχθηκε στην καλλιέργεια, επεξεργασία και εμπορία του καπνού. Δημιουργείται μια νέα πληθυσμιακή κινητικότητα που αύξησε τον πληθυσμό της πόλης σε 7000 κατοίκους προς το τέλος του 19 ου αιώνα. Από εκεί και πέρα τίθενται οι βάσεις ανάπτυξής της σε μεγάλο εμπορικό κέντρο και από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα σε σημαντικό κέντρο καπνοπαραγωγικής κυρίως εκμετάλλευσης, εμπορίας και εξαγωγής της αγροτικής παραγωγής. Μιας παραγωγής που οι κάτοικοι της πόλης και των χωριών της την προωθούν ανταποκρινόμενοι στην αυξανόμενη ζήτηση του προϊόντος. Ο καπνός γίνεται σχεδόν μονοκαλλιέργεια στην περιοχή, αντικαθιστώντας προγενέστερες εκτατικές καλλιέργειες , συμβατές με την αγροτοκτηνοτροφική ζωή του κάμπου.

Παράλληλα η ανάπτυξη έργων υποδομής,(οδικά δίκτυα, σιδηρόδρομος) η προώθηση μιας περιορισμένης, έστω, πρωτογενούς μεταποιητικής δραστηριότητας και η επίδραση και άλλων καθοριστικών παραγόντων , μεταξύ των οποίων και η εισροή του προσφυγικού εργατικού δυναμικού μετά το 1922, μεταβάλλουν σιωπηλά κι αθόρυβα το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πρόσωπο της πόλης. Οι νέες συνθήκες διαφοροποίησαν ως ένα μεγάλο βαθμό τις συμπεριφορές , τις στάσεις και τις νοοτροπίες και η πόλη ανέπτυξε, τουλάχιστον ως το 1940, κάποια αστικά κοινωνικοοικονομικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Στη συνέχεια η πόλη συγκρατεί ένα σημαντικό ποσοστό εσωτερικών μεταναστών από τα ορεινά που στην πλειονότητά του στρέφεται στην καπνοπαραγωγή ( ως μικροιδιοκτήτες, ως ενοικιαστές ή «σέμπροι») και την καπνεργασία. Ταυτόχρονα οι παλιές ηγετικές οικονομικά και κοινωνικά ομάδες που σχετίζονταν με το εμπόριο του καπνού και την επεξεργασία του, αποσύρθηκαν σταδιακά, μεταφέροντας τις δραστηριότητές τους και τις επενδύσεις τους προς την πρωτεύουσα ( Παπαστράτος, Ηλιού, Ματσάγκου, Κεράνη, Καρέλια κλπ). Αντίστοιχη έξοδο προς τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα έκαναν και άλλες εργατικές, βιοτεχνικές και επαγγελματικές δυνάμεις της πόλης με αποτέλεσμα η πόλη να αναδειχθεί σε ένα δυναμικό «αγροτοαστικό κέντρο» δεμένο στενά με την αγροτική του περιφέρεια και την καπνοκαλλιέργεια. Παρά την οριστική παύση της προαναφερόμενης αγροτικής δραστηριότητας με την οποία είχε συνδέσει την τύχη της η πόλη , κατάφερε να διατηρήσει τη δυναμική της και να αναπτύξει δραστηριότητες που την καθιστούν ένα σύγχρονο αστικό κέντρο που έχει ένα σημαντικό ρόλο και για την ευρύτερη περιοχή. Η Ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της την καθιστούν έναν ενδιαφέροντα τόπο για διαμονή, για έρευνα, για συμμετοχή σε πολιτιστικές δραστηριότητες. Σήμερα ο Δήμος Αγρινίου έχει πληθυσμό πάνω από 100.0000 και συγκεντρώνει σχεδόν τους μισούς από τους περίπου 225.000 κατοίκους του νομού Αιτωλοακαρνανίας.

Κωνσταντίνα Μπάδα
Καθηγήτρια, Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Περισσότερες πληροφορίες για την πόλη εδώ